Είμαι θυμωμένος, πρώτα με τον εαυτό μου, επειδή χρειάστηκε να φτάσω στην ηλικία που βρίσκομαι για να διαβάσω Ayn Rand και πιο συγκεκριμένα το The Fountainhead που κυκλοφορεί στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Ωκεανίδα με τίτλο «Κοντά στον ουρανό». Είμαι επίσης θυμωμένος επειδή κανένας στον κύκλο μου όλα αυτά τα χρόνια δεν μου σύστησε τη συγγραφέα ή βιβλίο της και δεν θυμάμαι να έχω διαβάσει ή ακούσει ή δει κάτι σχετικά με αυτή στα ελληνικά media.

Ειδικά το τελευταίο είναι σκανδαλώδες.

Έχω διαβάσει βιβλία που θεωρούνται κλασικά και ήταν σαφώς πιο ανούσια από αυτό. Φαίνεται όμως πως ζούμε σε μια χώρα που είναι γεμάτη από Toohey (όσοι έχουν διαβάσει το βιβλίο καταλαβαίνουν) σε όλες τις παραλλαγές του.

Μαθαίνω πως το βιβλίο στις ΗΠΑ θεωρείται κλασικό και διαβάζεται συνήθως σε νεαρή ηλικία, πράγμα ενθαρρυντικό.

Θέλω να κλείσω με κάποιο απόσπασμα από το βιβλίο, είναι όμως τρομερά δύσκολο να επιλέξω κάτι επειδή είναι ατελείωτα τα καλά αποσπάσματα. Καταλήγω στον ακόλουθο διάλογο μεταξύ του Gail Wynand και του Roark:

«Σκεφόμουν αυτούς που ισχυρίζονται πως η ευτυχία είναι ανέφικτη στη γη. Δες πόσο σκληρά προσπαθούν όλοι να βρουν λίγη χαρά στη ζωή. Δες πόσο πασχίζουν γι΄αυτό. Γιατί πρέπει κάθε ζωντανό πλάσμα να ζει μέσα στον πόνο; Με ποιο δικαίωμα μπορεί να αξιώνει κανείς να ζουν οι άνθρωποι για οτιδήποτε άλλο εκτός από την προσωπική τους ευχαρίστηση; Όλοι το θέλουν αυτό άλλα δεν το βρίσκουν ποτέ. Αναρωτιέμαι γιατί. Κλαψουρίζουν και λένε ότι δεν καταλαβαίνουν τι νόημα έχει η ζωή. Υπάρχει όμως και ένα ιδιαίτερο είδος ανθρώπων που τους περιφρονώ. Είναι αυτοί που αναζητούν ένα κάποιον υψηλότερο στόχο, έναν “παγκόσμιο σκοπό”, που δεν ξέρουν για ποιο λόγο πρέπει να ζουν, που γκρινιάζουν ότι “πρέπει ν’ ανακαλύψουν τον εαυτό τους”. Αυτή είναι φαίνεται η επίσημη κοινοτοπία του αιώνα μας. Την ακούς γύρω σου. Τη βλέπεις σε κάθε βιβλίο που ανοίγεις. Αποτελεί το θέμα κάθε εξομολόγηγσης. Οι υποστηρικτές της πιστεύουν, φαίνεται, πως είναι το πιο ευγενικό πράγμα που μπορεί κανείς να εκμυστηρευτεί. Εγώ θα έλεγα πως είναι το πιο επονείδιστο».
«Κοίτα, Γκέιλ». Ο Ρόαρκ σηκώθηκε, έκοψε από ένα δέντρο ένα μεγάλο κλαδί, έσφιξε τις δυο άκρες του στις γροθιές του, λυγίζοντάς το με προσπάθεια, ώστε να σχηματίσει τόξο. «Τώρα μπορώ να το κάνω ό,τι θέλω – ακόντιο, μπαστούνι, κουπαστή. Αυτό είναι το νόημα της ζωής».
«Η δύναμή σου;»
«Η εργασία σου». Ο Ρόαρκ πέταξε το κλαδί στο έδαφος. «Το υλικό που σου προσφέρει η γη και τι κάνεις με αυτό...»